Από το βιβλίο «50 Νέα Παραμύθια» της Πιπίνας Τσιμικάλη, Εκδόσεις Αστήρ.

μια φορά κι εναν καιρό ήταν ένας αντρας και μια

γυναίκα κι είχαν ένα παιδί που το ‘λεγαν Τριαντάφυλλο. Καθόνταν σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη της πολιτείας, δίπλα στο ποτάμι κι ο άντρας ήταν ψαράς κι έβγαινε στο ψάρεμα με τη βάρκα του κι όσα ψάρια έπιανε πήγαινε στο παζάρι και τα πουλούσε.

Όταν ο Τριαντάφυλλος μεγάλωσε κι έγινε παλικάρι, ο πατέρας του τον ρώτησε:

Τι θέλεις, παιδί μου, να γίνεις: ψαράς σαν και μένα;

Όχι, πατέρα, είπε ο Τριαντάφυλλος, δε μ’ αρέσει η ψαρική.

Θέλεις τότε να γίνεις γεωργός και να δουλεύεις στα χωράφια;

Όχι πατέρα, είπε ο Τριαντάφυλλος, ούτε αυτή η δουλειά μου α­ρέσει.

Να μάθεις τότε τσαγκάρης;

Όχι.

Χτίστης;

Όχι..

Σιδεράς;

Ούτε!

Τι θέλεις να γίνεις τότε;

Να μπόραγα να γινόμουνα βασιλιάς, αυτό θα μ’ άρεσε, είπε ο Τριαντάφυλλος.

Ο πατέρας του μόλις τ’ άκουσε γέλασε. Σε λίγο όμως θύμωσε πο­λύ.

Ξέρεις γιατί τον είπες αυτό τον λόγο; του φώναξε. Γιατί είσαι τεμ­πέλης και δε θέλεις να κάνεις καμιά δουλειά.

Μη θυμώνεις, πατέρα, είπε το παιδί. Ένα λόγο είπα, αν δε σου αρέσει, πάρτονε στ’ αστεία.

Σ’ εκείνη λοιπόν την πολιτεία βασίλευε ένας καλός βασιλιάς και μια χρυσή βασίλισσα και είχαν μια θυγατέρα μονάκριβη, όμορφη και γνωστικιά που όλος ο κόσμος την αγαπούσε. Κι όλοι ζούσαν καλά στη μικρή τους χώρα και ποτέ παράπονο δεν ακούστηκε από κανένα.

Αντίκρυ όμως, στην άλλη μεριά του ποταμιού, ήταν μια χώρα με­γάλη και ατέλειωτη, που την κυβερνούσε ένας κακός και αχόρταγος βασιλιάς. Και μια φορά βουλήθηκε να κηρύξει τον πόλεμο στο γείτονά του το βασιλιά, τον πατέρα της βασιλοπούλας, για να του πάρει τη χώρα του και να την κάνει δική του.

Μάζεψε, λοιπόν,  το στρατό του και τον έφερε στην αντικρυνή ό­χθη του ποταμιού. Κι ο καλός βασιλιάς που τον είδε τα ‘χάσε, γιατί η χώρα του ήταν μικρή κι ο στρατός του λίγος. Τα ‘χάσε κι ο κόσμος, γιατί ήταν σίγουρο πως δεν θα μπουρούσαν να τα βάλουν με τέτιον εχθρό. Για καλή του τύχη το ποτάμι είχε φουσκώσει από τις βροχές κι οι εχθροί δεν μπορούσαν να το περάσουν, αλλιώτικα θα ‘χαν μπει κιόλας στη χώρα τους και θα την είχαν καταστρέφει. Και τώρα ήταν μαζεμένοι αντίκρυ και περίμεναν να ξεφουσκώσουν τα νερά, για να περάσουν.

Ο βασιλιάς ο κακομοίρης μάζεψε γρήγορα – γρήγορα το στρατό του κι ετοιμάστηκε. Μα καθώς τον είδε τόσο λίγο, απελπίστηκε και στην απελπισία του απάνω έβαλε διαλαλητάδες να διαλαλήσουν πως όποιος εύρισκε έναν τρόπο να σώσει τη χώρα από τον εχθρό, θα του ‘δίνε γυναίκα τη θυγατέρα του και θα τον έκανε διάδοχό του.

Ο Τριαντάφυλλος τ’ άκουσε και δε χάνει καιρό, παρά πάει ίσια στο βασιλιά:

Βασιλιά μου, του λέει, πόσους στρατιώτες έχεις;

Χίλιους, λέει ο βασιλιάς, χίλιους μονάχα. Και τους έχεις ντυμένους στα πράσινα;

Ναι, είπε ο βασιλιάς, αυτή είναι η στολή τους.

Άκου, λοιπόν, τι να κάνεις. Θα φέρεις αμέσως στο παλάτι σου ό­λους τους ράφτες και τα ραφτόπουλα απ’ όλη την πολιτεία κι από όλη τη χώρα σου, βασιλιά, και θα τους βάλεις να ράβουν στολές σ’ όλα τα χρώματα της γης, χωρίς να παίρνουν ανάσα. Θα ράψουν έτσι χίλιες στολές κόκκινες και χίλιες τριανταφυλλιές, χίλιες πορτοκαλιές και χίλιες χρυσαφιές, χίλιες γαλάζιες ανοιχτές, χίλιες σκούρες, χίλιες μπλε ανοιχτές και χίλιες σκούρες, ώσπου να ράψεις από χίλιες στολές σ’ ό,τι χρώμα υπάρχει στον κόσμο, από το πιο ανοιχτό ως το πιο βα­θύ.

Και γιατί να το κάνω αυτό; ρώτησε ο βασιλιάς, αφού δεν έχω στρατιώτες να τις φορέσουν;

Ετοίμασέ τες, βασιλιά μου, και τ’ άλλα είναι δική μου δουλειά, α­πάντησε ο Τριαντάφυλλος. Ένα μόνο σου λέω, πως έτσι θα σωθεί η χώρα μας.

Καλά, απάντησε ο βασιλιάς, θα κάνω ό,τι μου λες και θα δούμε τι θα γίνει.

Πρόσταζε τότε να ‘ρθουν αμέσως στο παλάτι όλοι οι ράφτες και τα ραφτόπουλα της πολιτείας κι έστειλε καβαλάρηδες να τρέξουν σ’ όλη τη χώρα και να φέρουν τους ράφτες και τα ραφτόπουλα χωρίς να χάσουν στιγμή.

Και πρόσταζε να φέρουν στο παλάτι όλα τα υφά­σματα που βρίσκονταν στη χώρα.

Σε λίγες κιόλας ώρες οι πρώτες ράφτες άρχισαν τη δουλειά. Έκο­βαν κι έραβαν γρήγορα – γρήγορα στολές και λίγο – λίγο μαζεύονταν κι άλλοι κι έκοβαν κι έραβαν κι αυτοί, χωρίς να παίρνουν ανάσα.

Και το ποτάμι φούσκωνε, γιατί έβρεχε με το τουλούμι γύρω στα βουνά.

 

 

Πέρασαν έτσι μέρες και νύχτες, και στο παλάτι δεν έπαυε στιγμή η δουλειά. Κι οι σκλάβοι έφερναν τα καινούργια φώτα και έπαιρναν όσα ήσαν έτοιμα να σβύσουν κι έφερναν φαΐ και νερό στους μαστόρους, που έτρωγαν γρήγορα – γρήγορα, χωρίς να χασομερούν. Έραβαν έ­τσι μέρα και νύχτα, ώσπου δεν άφησαν πια ούτε οργιά πανί άραφτο, σ’ όλη τη χώρα. Κι οι στολές ετοιμάστηκαν χίλιες – χίλιες σ’ όλα τα χρώματα της γης. Και το ποτάμι άρχισε να ζεφουσκώνει. Την άλλη μέρα τότε, πρωί – πρωί, που έλαμπε ο ήλιος, ο Τριαντάφυλλος πήγε στο βασιλιά και του ‘πε:

Μ’ αφήνεις να κάνω ό,τι έχω στο μυαλό μου, βασιλιά; Και θαρρώ πως δε θα μετανοιώσεις.

Σ’ αφήνω, αποκρίθηκε ο βασιλιάς κι άμποτε να πετύχεις.

Ο Τριαντάφυλλος τότε πήγε κάτω στην αυλή του παλατιού που ήταν οι χίλιοι στρατιώτες με τις πράσινες στολές και τους είπε το σχέδιό του.

 

Σε λίγη ώρα οι εχθροί που βρίσκονταν στην άλλη μεριά του ποτα­μού, είδαν να περνά αντίκρυ τους, κατά μάκρος της όχθης, μια γραμ­μή από στρατιώτες καμαρωτούς – καμαρωτούς, με πράσινες στολές. Σαν έφτασαν οι πρώτες σειρές στην άκρη της πολιτείας, έστριψαν στον πρώτο δρόμο και χάθηκαν κι έτσι έκαναν κι αυτοί που έρχονταν από πίσω τους, ενώ οι άλλοι εξακολουθούσαν να περνούν και να στρίβουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

Όταν οι χίλιοι στρατιώτες με τις πράσινες στολές κόντευαν να τε­λειώσουν, φάνηκαν πίσω τους άλλοι στρατιώτες ντυμένοι στα κόκκι­να, που βάδιζαν καμαρωτοί – καμαρωτοί κι έστριβαν κι αυτοί στον πρώτο δρόμο, πίσω από τους πρώτους. Πριν όμως περάσουν όλοι τους κατά μάκρος της όχθης, φάνηκαν πίσω τους άλλοι στρατιώτες ντυμένοι στ’ άσπρα και πριν τελειώσουν αυτοί, άλλοι ντυμένοι στα γα­λάζια και πίσω τους άλλοι και άλλοι, χωρίς να ‘χουν τελειωμό.

Ο εχθρός βασιλιάς κι οι στρατηγοί του τους κοίταζαν από την άλ­λη μεριά του ποταμιού και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Όσο για τους στρατιώτες τους είχαν γίνει κατακίτρινοι από το φόβο τους.

Και δεν τους πέρασε ούτε στιγμή από το νου τι είχαν σοφιστεί οι εχθροί τους.

Ποτέ δεν πίστευα πως μια τόσο μικρή χώρα θα ‘χε τόσους πολ­λούς στρατιώτες, είπε στο τέλος ο βασιλιάς.

Ούτ’ εμείς, είπαν οι στρατηγοί του. Κι αν κάνουμε το λάθος και περάσουμε αντίκρυ, να πολεμήσουμε, δε θα γλιτώσει κανένας μας. Καλύτερα είναι να φύγουμε και να γυρίσουμε στα σπίτια μας.

Κι εγώ αυτό λέω, είπε ο βασιλιάς. Με τόσο στρατό δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Τι κρίμα, αν ήταν αλλιώς, σήμερα θα περνού­σαμε το ποτάμι που ξεφούσκωνε.

Έδωσε λοιπόν διαταγή να ετοιμαστεί ο στρατός, να γυρίσει πίσω, στα σπίτια του. Οι στρατιώτες ολόχαροι μάζευαν τα όπλα τους και τα πράγματά τους όπου εκεί που τα μάζευαν, βλέπουν να περνά το ποτάμι μια μικρή ψαρόβαρκα και μέσα ένα παλικάρι. Όταν η βάρκα έφθασε δίπλα στη στεριά, το παλικάρι πήδησε έξω και πήγε ίσια στον εχθρό βασιλιά.

Βασιλιά μου, του είπε, με στέλνει ο δικός μου βασιλιάς για να σου φέρω ένα μήνυμα.

Λέγε, έκανε ο βασιλιάς.

Μου είπε να μην ετοιμαστείς να φύγεις, γιατί τότε θα ορμήσει με το στρατό του πάνω σας και θα σας καταστρέφει.

Ο βασιλιάς δεν περίμενε ν’ ακούσει τέτιο λόγο και τα ‘χάσε.

Και τι θα κάνω να κάθομαι εδώ; είπε,

Να βάλεις τους στρατιώτες σου να σκάψουν καινούργια στρωσιά του ποταμιού, χίλια μιλιά πιο μέσα, στη χώρα σου και να ρίξουν εκεί μέσα τα νερά του ποταμιού. Κι εκεί θα ‘ναι τα σύνορά μας.

Πώς; φώναξε ο βασιλιάς με θυμωμένη φωνή, να χάσω χίλια μίλια από τη χώρα μου, τον καλύτερο κάμπο; Αυτό το πράγμα δε γίνεται.

Τότε θα τη χάσεις όλη, είπε ο Τριαντάφυλλος —γιατί αυτός ήταν. Ο βασιλιάς μου περιμένει απόκριση, για να διώξει τους στρατιώτες του ή να τους πάρει και να πέσει πάνω σας.

 

 

Βασιλιά μου, είπε τότε ο πιο ξακουστός από τους στρατηγούς του, καλύτερα είναι να χάσεις χίλια μίλια από τη χώρα σου, παρά να τη χάσεις ολόκληρη και το θρόνο σου μαζί της. Δέξου αυτό που σου λέει ο απεσταλμένος του βασιλιά.

Δέξου το, βασιλιά μου, είπαν κι οι άλλοι στρατηγοί.

Ο βασιλιάς —τι να κάνει;- δέχτηκε. Κι έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν καινούργια στρωσιά του ποταμιού, χίλια μίλια μέσα στη χώρα του, στον καλύτερο κάμπο. Όταν η στρωσιά ετοιμάστηκε, έρι­ξαν μέσα τα νερά του ποταμιού κι έτσι η χώρα του καλού βασιλιά με­γάλωσε χίλια μίλια. Ύστερα οι εχθροί έφυγαν κι έκαναν όρκο να μη ξανάρθουν ποτέ τους εκεί.

Ο Τριαντάφυλλος γύρισε τότε στην πολιτεία κι ο κόσμος όλος βγήκε σ’ απάντησή του και τον υποδέχτηκε με χαρές και τιμές μεγά­λες.

Κι ο βασιλιάς τον φίλησε στη μέση της πλατείας και του είπε δυ­νατά, να τ’ ακούσουν όλοι:

«Κι αν ακόμα δεν είχα τάξει πως θα ‘δινα την κόρη μου γυναίκα, σ’ όποιον έσωζε τη χώρα μας από τον εχθρό, πάλι θα σ’ έκανα γαμπρό μου και διάδοχό μου, παλικάρι μου. Γιατί τέτοιος έξυπνος άνθρωπος, όπως είσαι συ, άξιζε να γίνει βασιλιάς, περισσότερο από κάθε άλλον».

Κι ό κόσμος που τ’ άκουσε, αλάλαζε από χαρά κι ψαράς ο πατέ­ρας του έστεκε σα μάρμαρο, γιατί δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Πίστεψε όμως σε λίγο, που ‘γιναν οι γάμοι του γιου του και της βασιλοπούλας και του ‘δώσε την ευχή του μ’ όλη του την καρδιά.

Κατηγορίες: Παραμύθια

Γεωργία Αγγελή

Αφηγήτρια. Stand-up comedian. Συγγραφέας προσωπικών παραμυθιών. Ραδιοφωνική Παραγωγός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *