Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα παλικάρι τίμιο, καλό κι εργατικό όσο δεν παίρνει άλλο. Ήταν όμως πολύ φτωχό το κακόμοιρο, γιατί όσα έβγαζε ίσα – ίσα έφταναν να ψευτοτρώει και να πληρώνει το νοίκι της καμαρούλας που καθότανε.

Μια μέρα, καθώς γύριζε μέσα στην αγορά και διαλαλούσε τα ψάρια που πουλούσε, είδε σ’ ένα πλούσιο αμάξι που το ‘σερναν τέσσερα άλογα, να περνά μια νέα πεντάμορφη.

— Ποια είν’ αυτή η νέα; ρώτησε σαστισμένος, έναν άνθρωπο. Αυτός γέλασε.

— Τη βασιλοπούλα δεν ξέρεις; του είπε. Δεν την έχεις ξαναδεί;

—Όχι, είπε το παλικάρι, δεν έτυχε.

Κι από κείνη τη στιγμή έχασε την ξεγνοιασιά του και το γέλιο του και δεν συλλογιζόταν άλλο τίποτα, παρά μονάχα την πεντάμορφη βασιλοπούλα.Αχ! έλεγε μέσα του, γιατί να μην είμαι κανένας βασιλιάς ή κανένας μεγάλος άρχοντας, να πάω στο παλάτι να τη ζητήσω; Τι άτυχος, να γεννηθώ έτσι φτωχός!

Και το μαράζι της βασιλοπούλας τον έτρωγε τόσο, που μια μέρα μάζεψε τα ρούχα του σ’ ένα μπογαλάκι και κίνησε να φύγει από την πολιτεία.

«Θα πάρω τα μάτια μου και θα ξενιτευτώ» είπε «εδώ δεν μπορώ να μείνω άλλο».

Κίνησε λοιπόν και περπάτησε μέρες και νύχτες μα όποιο χωριό κι αν έβρισκε στο δρόμο του κι όποια πολιτεία, δεν του άρεσε, κι έφευγε μακρύτερα, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει πού ήθελε να πάει. Κάποτε, εκεί που περπατούσε στην ερημιά, είδε μπροστά του ένα δάσος που το ‘σκιζαν μεγάλοι και πλατιοί δρόμοι. Το παλικάρι παραξενεύτηκε.

«Πρώτη μου φορά είδα τέτοιους δρόμους μέσα σε δάσος», είπε.

Και-πήρε έναν απ’ αυτούς. Ο δρόμος ήταν μακρύς και τα δέντρα γύρω του πυκνά και μεγάλα. Περπάτησε λοιπόν κάμποση ώρα, ώσπου βγήκε τέλος σε μια ωραία ακροθαλασσιά που σχημάτιζε ένα λιμάνι κι εκεί κοντά, πάνω σ’ ένα ύψωμα, είδε μια καλύβα.

Ανηφόρισε λοιπόν κι έφθασε στην καλύβα. Καθώς όμως άνοιξε την πόρτα της, τι να δει! Ένα πελώριο άσπρο φίδι να κάθεται κουλουριασμένο στη μέση της και να τον κοιτάει με κάτι μεγάλα παράξενα μάτια.

  • Καλώς τον! είπε το φίδι, και σηκώνεται γρήγορα – γρήγορα, πάει στην πόρτα και τη μανταλώνει. Ύστερα γύρισε στο παιδί:
  • Τώρα, παλικάρι μου, έφαγα και δεν πεινώ, ξαναείπε, πρέπει να περιμένεις να χωνέψω για να σε φάω.

Το παλικάρι κιτρίνισε, μα δεν τα ‘χάσε.

– Και πότε θα χωνέψεις; ρώτησε.

– Αύριο το πρωί. Κάθισε τώρα ήσυχος, γιατί άλλο τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Και μη μιλάς γιατί θέλω να κοιμηθώ.

Το παιδί έκατσε σ’ ένα σκαμνί κι άρχισε να συλλογίζεται πώς μπορούσε να γλιτώσει από το φίδι, μα όσο κι αν συλλογιζόταν, τρόπο δεν έβρισκε.

Στο μεταξύ αυτό, το φίδι είχε αποκοιμηθεί και ροχάλιζε και σε κάθε ροχαλητό, η φαρμακερή γλώσσα του έβγαινε δυο πιθαμές έξω από το στόμα του και κάπου – κάπου κουνιόταν ολόκληρο κι αναδευόταν.

– Από τέτοιο φίδι δεν έχω γλιτωμό, είπε μέσα του το παλικάρι. Κι απελπισμένο, άρχισε να κοιτάζει εδώ κι εκεί στην καλύβα που ήταν πεταμένα παλιοπράματα. Όπου σε κάποια γωνιά, βλέπει ανάμεσα στ’ άλλα ένα δίχτυ μεγάλο, από εκείνα που οι ψαράδες ρίχνουν στη θάλασσα.

Σηκώνεται τότε σιγά – σιγά, παίρνει το δίχτυ, το ξεδιπλώνει και με μεγάλη προσοχή το ρίχνει πάνω στο ψίδι.

– Αν καταφέρω τίποτα μ’ αυτό, συλλογίστηκε, καλά, αλλιώς ας κλαίω τον εαυτό μου από τώρα.

Το φίδι κοιμόταν πάντα και ροχάλιζε κι αναδευόταν. Μα σε κάθε του κούνημα, διπλωνόταν στο δίχτυ, ώσπου έφτασε μια στιγμή που είχε διπλωθεί για καλά. Καθώς λοιπόν πήγε πάλι ν’ αναδευτεί, το δίχτυ το εμπόδισε και το φίδι ξύπνησε κι άρχισε να κουνιέται θυμωμένο.

Σταμάτησε όμως σε λίγο, γιατί το δίχτυ το ‘σφίγγε από παντού. Το ‘δε το φίδι και δαιμονίστηκε και βάλθηκε να σπαρταράει, να κουλουριάζεται όπως μπορούσε, μα σε κάθε του κούνημα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ, ώσπου στο τέλος μπερδεύτηκε τόσο μέσα στο δίχτυ, που δεν μπορούσε να κουνηθεί καθόλου, βρέθηκε καλοσφιγμένο μέσα στο δίχτυ του παιδιού κι αυτό μόλις το ‘δε έπιασε την άλλη άκρη του και άρχισε να το τραβάει έξω από την καλύβα. Το ‘σύρε έτσι ως τη θάλασσα κι εκεί το πέταξε στα βαθιά νερά και το κακό φίδι πήγε στον πάτο της και δεν ξαναφάνηκε.

Το παλικάρι κοίταξε κάμποση ώρα το μέρος εκείνο της θάλασσας κι ύστερα σηκώθηκε να πάει πάλι στην καλύβα, να κοιμηθεί. Μόλις όμως έφθασε εκεί και μπήκε μέσα, η καλύβα χάθηκε από τα μάτια του και στη θέση της φάνηκε ένα ολόχρυσο παλάτι και πάνω στο θρόνο ένας γέρος βασιλιάς και μια βασίλισσα, και γύρω – γύρω τους άρχοντες κι αρχόντισσες ντυμένοι στα μετάξια και στο χρυσάφι.

Το παλικάρι τούς κοίταξε και νόμιζε ότι ονειρευόταν. Μα ο γέρο – βασιλιάς χαμογέλασε και το κάλεσε κοντά του.

– Παιδί μου, του είπε, έπνιξες το κακό φίδι, και γλίτωσες χιλιάδες ανθρώπους που είχαν γίνει άψυχα δέντρα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο.

Κοιτάζει το παιδί και τι βλέπει! Το μεγάλο δάσος με τους δρόμους είχε γίνει μια μεγάλη πολιτεία γεμάτη ανθρώπους που πηγαινοέρχον­ταν χαρούμενοι. Και κάτω στο λιμάνι πλήθος καράβια και θαλασσινούς. Γύρισε τότε και κοίταξε το βασιλιά σαστισμένος κι αυτός του είπε:

– Το φίδι ήταν ο πιο κακός μάγος που έζησε σ’ αυτόν τον κόσμο. Χάρη σε σένα όμως, δε ζει πια για να κάνει πάντα το κακό, όπως έκανε πρώτα. Χάρη σε σένα, παλικάρι μου, η χώρα μου αναστήθηκε, οι άνθρωποι ζωντάνεψαν, κι εγώ ξαναβρήκα το θρόνο μου. Κι επειδή δεν έχω παιδί, σε κάνω εσένα παιδί μου και διάδοχό μου.

Οι άρχοντες κι οι αρχόντισσες ευχαριστήθηκαν που ο σωτήρας τους θα γινόταν βασιλιάς τους κι η βασίλισσα φίλησε το παλικάρι με δάκρυα στα μάτια και πρόσταζε να το ντύσουν με ρούχα βασιλικά.

Το φτωχό παιδί στην αρχή δεν πίστευε στην ευτυχία που το βρήκε, σιγά – σιγά όμως συνήθισε. Έγινε λοιπόν το βασιλόπουλο εκείνης της όμορφης χώρας, κι επειδή ήξερε από φτώχεια, συμβούλευε το βεζίρη και τον πατέρα του πώς να κυβερνάνε από δω κι εμπρός και σε λίγο σ’ ολόκληρο τον τόπο ζούσαν άνθρωποι ευχαριστημένοι που ευλογούσαν τ’ όνομά του.

Μια μέρα ο καλός βασιλιάς είπε στο παλικάρι:

– Παιδί μου, νομίζω πως είναι καιρός πια να παντρευτείς.

– Όπως προστάζεις, βασιλιά μου, απάντησε ο νέος. Κι αν θέλεις, είναι μια βασιλοπούλα στην πατρίδα μου, που θα ‘μουνα ευτυχισμένος να την πάρω.

– Να πάμε να τη ζητήσουμε, αφού είν’ έτσι, είπε ο βασιλιάς.

Κι έδωσε προσταγή να ετοιμάσουν αμάξια και δώρα.

Σε λίγες μέρες όλα ήσαν έτοιμα κι ο βασιλιάς κι η βασίλισσα μαζί με το βασιλόπουλο και το βεζίρη, ξεκίνησαν για την πατρίδα του παιδιού. Όταν έφτασαν, σταμάτησαν στο παλάτι κι ο βασιλιάς κι η βασίλισσα του τόπου κατέβηκαν να τους υποδεχτούν και τους έκαναν χίλιες περιποιήσεις στο παλάτι τους.

Ένα βράδυ που κάθονταν στον κήπο του παλατιού, ο γέρο βασιλιάς διηγήθηκε την ιστορία της χώρας του και του παλικαριού που την έσωσε από τον κακό μάγο και στο τέλος ζήτησε για το παιδί αυτό, που τώρα ήταν διάδοχός του, τη βασιλοπούλα γυναίκα του.

Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα δέχτηκαν με χαρά και την άλλη μέρα έγιναν οι αρραβώνες της κόρης τους με το βασιλόπουλο και σε λίγον καιρό παντρεύτηκαν κι έζησαν ευτυχισμένοι.

Κατηγορίες: Παραμύθια

Γεωργία Αγγελή

Αφηγήτρια. Stand-up comedian. Συγγραφέας προσωπικών παραμυθιών. Ραδιοφωνική Παραγωγός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *